Παλληκάρι, ήρωας, γενναίος, αυτά και άλλα πολλά είναι τα επίθετα που έρχονται στο μυαλό κάποιου που θα μάθει για την ιστορία του Λούη Τίκα, του Έλληνα ριζοσπάστη συνδικαλιστή, ο οποίος υπήρξε ηγέτης στη μεγαλύτερη – μέχρι σήμερα – απεργία των Η.Π.Α.
Ο Ηλίας Σπαντιδάκης, όπως είναι το πραγματικό όνομα του, προερχόμενος από το Ρέθυμνο της Κρήτης και πιο συγκεκριμένα από το χωριό Λούτρα, μετανάστης στις Η.Π.Α. από το 1906, δολοφονήθηκε το 1914 από μέλος της εθνοφρουράς των Η.Π.Α., αγωνιζόμενος για καλύτερες συνθήκες εργασίας, ενάντια στην εκμετάλλευση των εργατών από τα μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα.

Η γενέτειρα του Λούη Τίκα (Ηλία Σπαντιδάκη), Λούτρα Ρεθύμνου
Ο Λούης Τίκας μετά από το μεγάλο ταξίδι της μετανάστευσης από την Κρήτη στη Νέα Υόρκη, βρέθηκε στην πολιτεία του Κολοράντο το 1906 και έπειτα από μερικά χρόνια, συγκεκριμένα το 1910, απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Αρχικά, άνοιξε καφενείο στο Ντένβερ, σε μια γειτονιά η οποία αργότερα θα γινόταν λημέρι Ελλήνων μεταναστών, τους οποίους βοηθούσε και εξυπηρετούσε, καθώς μιλούσε αγγλικά και έτσι έγινε η χείρα βοηθείας των συμπατριωτών του. Τελούσε χρέη διερμηνέα, διάβαζε γράμματα για λογαριασμό τους, αναλάμβανε τα εμβάσματα προς τους συγγενείς στην πατρίδα και γενικώς ήταν γνωστός για την κάθε λογής βοήθεια που προσέφερε στους συντοπίτες του, καθώς και την προσαρμογή τους στους νόμους και τα ήθη της ξένης χώρας.

Λούης Τίκας 
Aνδριάντας Λούη Τίκα, Τρινιντάντ, Κολοράντο
Εκείνη την εποχή οι εργάτες ανθρακωρυχείων – και όχι μόνο – στο Κολοράντο (κατά βάση, μετανάστες από διάφορες χώρες του κόσμου), βρίσκονταν στο έλεος των μεγάλων εταιρειών, κακοπληρωμένοι, χωρίς καμία ασφάλεια, εκτεθειμένοι και πολλές φορές προδομένοι από τους ίδιους τους μεσάζοντες-διακινητές τους, που στην πλειοψηφία ήταν συμπατριώτες τους. Οι μεσάζοντες αυτοί αρχικά «κανόνιζαν τη δουλειά» και μετά, αφενός ζητούσαν τα χρήματα του ταξιδιού προς την Αμερική και αφετέρου αξίωναν πληρωμή για την εύρεση της εργασίας, η οποία παρουσιαζόταν στους μετανάστες ως η ευκαιρία της ζωής τους. Σε πολλές περιπτώσεις, οι μετανάστες δεν γνώριζαν ούτε τι δουλεία τους περίμενε, αλλά ούτε και που θα δούλευαν. Τα ανθρακωρυχεία στο Κολοράντο έψαχναν συνέχεια καινούριο εργατικό δυναμικό και έτσι μία θέση εκεί, ήταν σχετικά εύκολο να εξασφαλιστεί. Οι εταιρείες εκμεταλευόμενες την ισχυρή θέση τους απέναντι στους εργάτες, είχαν εφαρμόσει ένα σκληρό και απάνθρωπο σύστημα πλήρους εκμετάλλευσης των εργατών τους, καθώς τους πλήρωναν με εταιρικά νομίσματα, τα οποία δεν είχαν καμία αξία στον εξωτερικό κόσμο και στο ανοιχτό εμπόριο. Με αυτό τον τρόπο, ανάγκαζαν τους εργάτες να νοικιάζουν τα εταιρικά σπίτια, να καταναλώνουν τα εταιρικά προϊόντα, ακόμα και να διασκεδάζουν στα εταιρικά μαγαζιά, των εταιριών στις οποίες εργάζονταν με το νόμισμα που είχαν φτιάξει για εκείνους! Σε όλα αυτά, αν προστεθούν τα εργατικά ατυχήματα στα οποία οι εταιρείες δεν αναλάμβαναν ποτέ καμία ευθύνη, τους φύλακες των εταιριών οι οποίοι οπλοφορούσαν και επέβλεπαν την κάθε κίνηση των εργατών με το δάχτυλο στη σκανδάλη, αλλά και την απάνθρωπα σκληρή και πολύωρη εργασία, τότε εύκολα καταλαβαίνει κανείς πως η εργασία σε ανθρακωρυχείο, χωρίς κανόνες και με απάνθρωπες συνθήκες, ήταν κόλαση και οι εργάτες αναλώσιμοι σαν ένα είδος σκλάβων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι μετανάστες είχαν να αντιμετωπίσουν επιπλέον τον ρατσισμό (ανάλογα το χρώμα του δέρματος τους), αλλά και την ξενοφοβία που επικρατούσε.

Eργάτες ανθρακωρυχείων
Σε αντιδιαστολή όλων αυτών υπήρχαν τα σωματεία των εργατών, τα οποία βέβαια, δεν ήταν αναγνωρισμένα ούτε από τις εταιρείες, αλλά ούτε και από το κράτος, είχαν όμως πολύ ισχυρή επιρροή στους εργάτες, καθώς ήταν ενωμένα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Οι Ενωμένοι Εργάτες Ορυχείων, δέχονταν όλους τους μετανάστες στο σωματείο τους καθώς δεν ήθελαν να δημιουργήσουν κάποια κοινή ομάδα (χρώματος ή έθνους) επίδοξων απεργοσπαστών. Οργανωτικό μέλος του σωματείου ήταν ο Τζων Λώσον, ο οποίος αντιπροσώπευε τους εργάτες, οργάνωνε τις απεργίες του σωματείου και είχε την τύχη να συναντηθεί με τον Κρητικό μετανάστη Λούη Τίκα αλλά και την Μητέρα Τζόουνς (Mother Jones) και να συνεργαστούν για τον κοινό αγώνα, ενάντια στην εκμετάλλευση των εργατών των ανθρακορυχείων.

Ο Λούης Τίκας μαζί με άλλους συνδικαλιστές
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1913 ο Τζων Λώσον παραδίδει τα αιτήματα των εργατών για καλύτερος όρους εργασίας στην εταιρεία των ανθρακωρυχείων (συμφερόντων Ροκφέλερ), τα οποία απορρίπτονται με συνοπτικές διαδικασίες. Αμέσως μετά, ανακοινώνεται η απεργία και έτσι 12.000 κόσμου βγαίνει στους δρόμους. Περιμετρικά των ορυχείων στήνονται σκηνές, αφενός για να μπορούν οι απεργοί εργάτες να ελέγχουν τους απεργοσπάστες και αφετέρου να πιέζουν τους ιδιοκτήτες με την παρουσία τους εκεί, αλλά και για να προετοιμαστούν και να στεγαστούν για το βαρύ χειμώνα που ερχόταν, αφού δεν ήξεραν πόσο θα διαρκέσει η απεργία και ενω η εταιρεία θα τους έκανε έξωση από τα σπίτια τα οποία νοίκιαζε σε αυτούς. Υπήρξε προσπάθεια από την πλευρά της εταιρείας να στείλει καινούριους εργάτες να συνεχίσουν την εργασία, ώστε να μην μειωθεί η παραγωγή, όμως μετά από ενέργειες του Λούη Τίκα, ο οποίος έμπαινε στα τραίνα και εμπόδιζε τους νέους εργάτες (απεργοσπάστες) να πάνε προς τα ορυχεία, όχι μόνο τους σταματούσε, αλλά τους έκανε και μέλη του σωματείου εργατών! Ο μεγαλύτερος καταυλισμός των εργατών βρισκόταν στο Λάντλοου (Ludlow). Περίπου 1.000-1.200 άτομα βρίσκονταν εκεί, ανάμεσα τους και ο ριζοσπάστης Κρητικός που με όλες του τις δυνάμεις αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των εργατών. Μετά από πολλές μέρες και αρκετά αιματηρά γεγονότα, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, έστειλε την εθνοφρουρά στο Λάντλοου με επικεφαλής το στρατηγό Τζων Τσέης, με το μανδύα της αποφυγής οποιασδήποτε βίας. Τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι, καθώς η εθνοφρουρά ήταν ουσιαστικά ενάντια στους εργάτες, ήταν προσκολλημένη στις μεγάλες εταιρείες και ήταν ενάντια στους ξένους μετανάστες, τους οποίους θεωρούσε λίγο-πολύ, «κατακάθια» και «σκουπίδια». Έτσι, οι εργάτες βρέθηκαν περικυκλωμένοι από ένοπλους υπαλλήλους της εταιρείας και αρματωμένα μέλη της εθνοφρουράς.

Οι απεργοί ανθρακωρύχοι μπροστά από τις σκηνές τους
Αυτά τα γεγονότα είχαν γίνει πρώτο θέμα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Η.Π.Α., αλλά και στα Μ.Μ.Ε. της εποχής. Ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον (Woodrow Wilson) γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε στο Κολοράντο καθώς το θέμα είχε πάρει παναμερικανικές διαστάσεις. Η κυβέρνηση αποφάσισε να διαλυθεί η εθνοφρουρά, αλλά να παραμείνει σε δύο μέρη μόνο, στο Τρινιτάντ και στο Λάντλοου. Εν τω μεταξύ, ο Λούης Τίκας και η Μητέρα Τζόουνς, ήταν φυλακισμένοι για 2 εβδομάδες στην πόλη Τρινιντάντ, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες και μέσα στο βαρύ χειμώνα. Και ενώ η απεργία συνεχιζόταν για μήνες, έφτασε το Πάσχα και οι Έλληνες του Λάντλοου ήταν αποφασισμένοι να το γιορτάσουν. Ο Λούης Τίκας ήταν εκτός φυλακής και ήταν μαζί με τους Έλληνες συναδέλφους του στον καταυλισμό. Οι Έλληνες του καταυλισμού έστησαν μεγάλο γλέντι για τη γιορτή του Πάσχα, στο οποίο πήραν μέρος και εργάτες άλλων εθνοτήτων και θρησκειών, γεγονός που καταδεικνύει πόσο δεμένοι ήταν μεταξύ τους οι εργάτες. Στο μεταξύ, οι στρατιώτες της εθνοφρουράς και οι ένοπλοι υπάλληλοι της εταιρείας ήταν στην περίμετρο και παρακολουθούσαν. Την επόμενη μέρα ο διοικητής της εθνοφρουράς κάλεσε τον Λούη Τίκα, με την πρόφαση ότι δύο απεργοί κρατούσαν κάποιον εργάτη παρά την θέληση του. Ο Τίκας αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο και το ρίσκο, δεν ήθελε να γίνει η συνάντηση στην πλευρά που βρισκόταν η εθνοφρουρά και έτσι αντιπρότεινε να γίνει η συνάντηση ανάμεσα στους δύο καταυλισμούς. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης με τον Διοικητή Χάμροκ έσκασαν κάποιες βόμβες, οι οποίες ήταν μάλλον κάποιο σινιάλο. Οι υπόλοιποι ανθρακωρύχοι βγήκαν με τα όπλα από τις σκηνές τους, μη ξέροντας τι συμβαίνει και εκείνη τη στιγμή ο Τίκας διαβεβαίωσε τον διοικητή Χάμροκ πως θα τους ηρεμήσει. Όμως το κακό είχε αρχίσει να συμβαίνει καθώς τα μέλη της εθνοφρουράς έστηναν οπλοπολυβόλα εναντίον τους και έτσι άρχισε η μάχη. Ο Τίκας κρατόντας ένα λευκό μαντήλι προσπάθησε να σταματήσει την σύρραξη, όμως δεν το κατάφερε.Πέρασε την υπόλοιπη μέρα προμηθεύοντας τους συναδέλφους του με όπλα και πυρομαχικά και μοιράζοντας νερό και τροφή. Προς το τέλος της ημέρας, οι τέντες στις οποίες έμεναν οι απεργοί πήραν φωτιά, γεγονός το οποίο η εθνοφρουρά απέδωσε σε φωτιά από… σόμπα(!!). Ο Τίκας ξέροντας πως στις σκηνές υπάρχουν γυναικόπαιδα, πήγε με μια λευκή σημαία να ζητήσει ανακωχή.Τότε συνελήφθη μαζί με άλλους δύο ανθρακωρύχους, τον Τζέημς Φάιλερ, ταμία του σωματείου και τον ιταλό Τζον Μπαρτολότι. Τότε ο Τίκας δέχτηκε χτύπημα από μέλος της εθνοφρουράς, ονόματι Λίντερφελντ, ο οποίος έσπασε το πίσω μέρος ενός τουφεκιού στον κρόταφο του Τίκα. Ενώ οι συλληφθέντες προσπάθησαν να απομακρυνθούν, τότε δέχτηκαν πισώπλατα πυρά και ενόσω ήταν πεσμένοι στο έδαφος, δέχτηκαν την χαριστική βολή.Ήταν η δολοφονία τους Λούη Τίκα και των συναδέλφων του. Οι σοροί των τριών ανδρών έμειναν μέρες εκεί, ώστε να είναι ορατές από τα τρένα που έρχονταν από το Ντένβερ.Όλος ο καταυλισμός κάηκε ολοσχερώς και δύο γυναίκες μαζί με έντεκα παιδιά βρήκαν φρικτό θάνατο από ασφυξία.

Εφημερίδα της εποχής: Πόλεμος στο Κολοράντο! Γυναίκες και μωρά ΣΦΑΓΙΑΣΤΗΚΑΝ 
Ο καταυλισμός των απεργών, μετά την εισβολή της Εθνοφρουράς
Ήταν η 20η Απριλίου του 1914 και τα γεγονότα πού έλαβαν χώρα εκεί, έμειναν στην ιστορία ως η Σφαγή Του Λάντλοου (Ludlow Massacre). Ο Λούης Τίκας ετάφη στις 27 Απριλίου 1914 στο Τρινιντάντ του Κολοράντο. Στην κηδεία του έδωσαν το παρών χιλιάδες κόσμου, οι οποίοι σχημάτισαν ουρά χιλιομέτρων από την εκκλησία ως το νεκροταφείο που ετάφη.

Η κηδεία του Λούη Τίκα 
Ο τάφος του Λούη Τίκα
Ο Ηλίας Αναστασίου Σπαντιδάκης από τη Λούτρα Ρεθύμνου, στην Αμερική γνωστός ως Louis Tikas, έμελλε να μείνει στην ιστορία των εργατικών κινημάτων ώς ένας γενναίος ήρωας ο οποίος πάλεψε για το δικαίωμα της ανθρώπινης εργασίας και αξιοπρέπειας. Κανένας από τους υπαίτιους δεν καταδικάστηκε και τα σχολικά βιβλία δεν αναφέρουν πουθενά τα γεγονότα της βίας του Κολοράντο.
Το 1944 ο Γούντι Γκάθρι (Woody Guthrie) έγραψε και τραγούδησε το Ludlow Massacre
Ο Αμερικάνος ποιητής Ντέιβιντ Μέισον (David Mason) έγραψε στις αρχές του 2000 το μυθιστόρημα Ludlow.
Το συγκρότημα Φέρ’ το Φόκο έχει αφιερώσει ομώνυμο τραγούδι για τον Λούη Τίκα
Η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά και ο σκηνοθέτης Νίκος Βεντούρας, γύρισαν το ντοκιμαντέρ Παλικάρι, από το οποίο είναι εμπνευσμένο και το άρθρο που διαβάζετε αυτή τη στιγμή.
Αν σας φάνηκε ενδιαφέρον το παραπάνω άρθρο μοιραστείτε το με τους φίλους σας, ώστε να κρατηθεί η θυσία ενός ανθρώπου που εκατό και πλέον χρόνια πρίν, πάλεψε για τα αυτονόητα που ακόμα και σήμερα τα βρίσκουμε μπροστά μας και δεν είναι δεδομένα.
Φωτογραφικό υλικό: Λούης Τίκας
























